Ένα χαριτω&

Το ξύπνημα

Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως όταν είχε ξημερώσει η μέρα εκείνη, θα είχε μια τόσο συναρπαστική εξέλιξη για να γίνει, ίσως, η πιο αξέχαστη μέρα της ζωής μου. Ήταν, και θυμάμαι καλά, Δευτέρα. Είχα ξυπνήσει από το έντονο χτύπημα του κουδουνιού στην πόρτα μου. Ακόμα δεν είχε βγει καλά - καλά ο ήλιος. Πετάχτηκα, όπως ήμουν ντυμένος με ένα φανελάκι και ένα κοντό παντελονάκι προς την πόρτα και διέκρινα, όταν την άνοιξα, μια γυναίκα, γύρω στα 65 αν όχι και παραπάνω, να στέκεται έξω.

«Γιέ μου», μου είπε. «Θέλεις να δώσεις κάτι σε μια γριά που έχει δυο μέρες να φάει;», με ρώτησε πριν καλά προλάβω να ρωτήσω τι ήθελε. Αμέσως σκέφτηκα να της δώσω κάτι. Θα ‘χα ήσυχη τη συνείδησή μου, αλλά και δεν θα ήμουν αναγκασμένος να της πω να φύγει με άκομψο τρόπο. Αλλά προπαντός, θα μπορούσα να ξαναγυρίσω στο κρεβάτι μου. Το παραπάνω ποτηράκι που είχα πιει το προηγούμενο βράδυ με την παρέα μου, καθιστούσε την επιστροφή μου σ’ αυτό επιτακτική ανάγκη. Ή μήπως ήταν δύο; Ή και τρία; Τώρα μη με ρωτάτε τέτοιες λεπτομέρειες.Τέλος πάντων. Όρεξη να διώχνω μια γριά ζητιάνα από την πόρτα μου, δεν είχα.

«Μια στιγμή», της είπα, και έτρεξα χωρίς να κλείσω την πόρτα στο μέρος που είχα το παντελόνι μου κρεμασμένο. Έψαξα για το πορτοφόλι μου, κι όταν το βρήκα, τράβηξα ένα χαρτονόμισμα έξω. Δεν είδα τι αξία είχε. Ούτε με ενδιέφερε στο κάτω - κάτω. Να τη ξεφορτωθώ ήθελα, και να γυρίσω ξανά στο κρεβάτι.

«Να πάρε, γιαγιά», της λέω και της το δίνω στο χέρι.

«Όλο αυτό;», με ρώτησε. «Όλο για μένα;».

«Ναι», της απάντησα, «όλο για σένα». Αμέσως τότε θυμήθηκα ότι το μοναδικό χαρτονόμισμα που είχα μέσα στο πορτοφόλι μου ήταν ένα και μόνο εικοσάλιρο. Και της το ‘χα δώσει. «Δε βαριέσαι;», σκέφτηκα. «Να της ζητώ τώρα και ρέστα; Σάμπως και θα ΄χει τώρα ψιλά να μου τ' αλλάξει;», είπα από μέσα μου και μόλις θυμήθηκα τον ψεσινό λογαριασμό που ήταν για κάτι μπίρες και κάτι ζιβανίες που ήπια με τα φιλαράκια της παρέας. Το εικοσάλιρο μου φάνηκε γελοίο μπροστά στο λογαριασμό εκείνο.

«Γιε μου!», μου είπε γεμάτη χαρά, απροσποίητη ευγνωμοσύνη. αλλά κι έκδηλο ενθουσιασμό. «Θέλω να ξέρεις πως τέτοια καλοσύνη δε μου έχει δείξει ποτέ κανένας, όσο κι αν το έλπιζα». Ξαφνικά, κοιτάζοντάς με στα μάτια, που, σημειώστε, μόλις μπορούσα να τα κρατήσω ανοικτά, μου είπε: «Θα σου βάλω μια ευχή. Ευχή να βλέπεις κι εσύ αυτό που δεν ελπίζεις αλλά θες».

«Σ’ ευχαριστώ», της είπα. «Άντε, πήγαινε στο καλό και μην τα ξοδέψεις με μιας», πρόσθεσα κλείνοντας την πόρτα. Γύρισα στο κρεβάτι, έκλεισα τα μάτια μου και ξύπνησα ξανά στις 8. Έκανα ένα ντους στα γρήγορα, ξυρίστηκα, ντύθηκα βάζοντας το αγαπημένο μου καρό πουκάμισο, το κούμπωσα μέχρι το δεύτερο κουμπί, φόρεσα το στενό μου τζιν το παντελόνι, έβαλα τα παπούτσια μου, μερικές σταγόνες άρωμα, και έτρεξα έξω, στο κυνήγι της είδησης.

Η συνάντηση

Στόχος μου, την ημέρα εκείνη, ήταν να πλησιάσω την εκπρόσωπο ενός οργανισμού που σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχα, θα μπορούσε να μου δώσει αποκαλυπτικές πληροφορίες σχετικά με ένα θέμα που απασχολούσε έντονα την κοινή γνώμη τότε. Ήταν μια μελέτη που είχαν ετοιμάσει διακεκριμένοι εμπειρογνώμονες, η οποία δεν είχε δημοσιευτεί μέχρι τότε.

Πάρκαρα το αυτοκίνητό μου έξω από το γραφείο της, κοίταξα στον καθρέφτη να δω αν ήμουν ακόμα καλά χτενισμένος, κι όταν βεβαιώθηκα πως ήμουν βγήκα έξω, κοίταξα αν ο γιακάς μου, το πουκάμισό μου και γενικά το παρουσιαστικό μου ήταν εντάξει. Δεν ήθελα να δημιουργήσω κακή εντύπωση σ’ αυτή. Είχα την προαίσθηση, έχοντας μιλήσει μαζί της μια φορά στο τηλέφωνο, ότι θα έδινε σημασία στο παρουσιαστικό ενός άνδρα.

Ανέβηκα στον όροφό που ήταν το γραφείο της, κτύπησα στην πόρτα του γραφείου της και μια φωνή μου απάντησε: «Εμπρός!».

Άνοιξα, μπήκα μέσα και αντίκρισα μια εντυπωσιακή γυναίκα, με το κορμί και το πρόσωπο μιας αρχαίας ελληνίδας θεάς. Όχι από πέτρα ή μάρμαρο, αλλά από σάρκα και οστά. «Και τι σάρκα!», σκέφτηκα αμέσως από μέσα μου. Την κοίταξα στα μάτια σαν μου έδινε το χέρι. Ήταν αμυγδαλωτά, μεγάλα, κι εκφραστικά. Ωραία μύτη, συμμετρική, περιποιημένο μαλλί, καλοχτενισμένο, μαύρο γυαλιστερό κι ελαφρά κυματιστό, μέχρι τους ώμους. Χείλια που ελάχιστα περιθώρια άφηναν στο κραγιόν για να τα τονίσει. «Τι γεύση λες να έχουν;», αναρωτήθηκα. Και απλώνοντας το χέρι μου της συστήθηκα, ρίχνοντας μια ματιά στο σώμα της, προσέχοντας μην προσέξει που είχα στρέψει το βλέμμα μου. Πρόσεξα ότι φορούσε μια λευκή, σχεδόν διάφανη, μπλούζα με κοντά μανίκια. Απ’ αυτές που προκαλούν ασφυξία. Όχι βέβαια στη γυναίκα που τη φορά, αλλά στον άνδρα που αντικρίζει αυτήν που την φοράει. Το στήθος της προέβαλλε πίσω από το ντεκολτέ της μπλούζας της, και φάνταζε σφιχτό, στητό, γεμάτο, ηφαιστειώδες. Φορούσε και μια επίσης μαύρη, κοντή εφαρμοστή φούστα. Τόνιζε τη θηλυκότητά της.

«Κάθισε», μου είπε, και έκατσε αυτή πρώτη σε μια καρέκλα μπροστά από ένα χαμηλό τραπεζάκι. Έβαλε επιδεικτικά το ένα πόδι πάνω στο άλλο, αφήνοντας μέρος της γάμπας της, που κάλυπτε ένα δικτυωτό μαύρο καλσόν, να φανεί με προκλητικό τρόπο. Ήξερε να αξιοποιεί τη γοητία της. Έκανα πως δεν είχα καταλάβει τίποτα και κάθισα απέναντι της. Ξαφνιάστηκα όταν την είδα να με κοιτά στα μάτια, περιμένοντας από μένα να της εξηγήσω γιατί είχα έρθει στο γραφείο της.

«Κατ’ αρχήν», της είπα με εγκάρδιο ύφος, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία, «έμαθα πως αναλάβατε τη θέση αυτή πρόσφατα. Σας συγχαίρω και σας εύχομαι καλή επιτυχία!». Χαμογέλασε.

«Η επιτυχία στο επάγγελμά μου», απάντησε, «εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των σχέσεων του οργανισμού μας με τα μέσα ενημέρωσης και φυσικά και σας προσωπικά», μου απάντησε, και με άφησε να διακρίνω ότι δεν το είπε με τρόπο φιλοφρονητικό αλλά με μια αποφασιστικότητα που με ξάφνιασε.

«Ξέρετε...», της είπα. «Σε κάποιο βαθμό υπάρχει μια αλληλοεξάρτηση. Εσείς παρέχετε τις πληροφορίες που θεωρείτε ότι πρέπει να έχει υπ' όψιν της η κοινή γνώμη, κι εμείς διοχετεύομε στο κοινό», έκανα μια εισαγωγή. Της εξήγησα τους λόγους του ερχομού μου και φάνηκε διατεθειμένη να συνεργαστεί, παρέχοντάς μου το υλικό που ήθελα για το ρεπορτάζ μου. Μιλήσαμε για λίγη ώρα και τελικά σηκώθηκε, περπάτησε μέχρι το γραφείο της, άνοιξε ένα συρτάρι και τράβηξε δύο φακέλους. Οι κινήσεις της, με υπνώτισαν κατά κάποιο τρόπο. Παρακολούθησα τον τρόπο που περπατούσε, και ξαφνικά άρχισα να ονειρεύομαι, κοιτώντας τους γοφούς της και τη λεπτή της μέση.

«Αυτή είναι η μελέτη και οι πίνακες μετά στοιχεία που καταφέραμε να εξασφαλίσουμε. Κανένα απ΄ αυτά δεν έχει δημοσιευθεί μέχρι τώρα», είπε, γυρίζοντας προς το μέρος μου το υλικό που βρίσκονταν εν τω μεταξύ στο τραπέζι. Έσκυψα να το κοιτάξω καλύτερα.

«Αυτό που διαβάζετε είναι η γενική έκθεση με τα συμπεράσματα», είπε, σκύβοντας κι αυτή προς τα μπρος, «θα σας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Παρουσιάζει τα αποτελέσματα της μελέτης συνοπτικά. Αν θέλετε περισσότερες λεπτομέρειες δεν έχετε παρά να ρωτήσετε».

Η αποκάλυψη

Γύρισα να την κοιτάξω στα μάτια, αλλά αργοανεβαίνοντας προς τα πάνω, τα μάτια μου αντίκρισαν το πλούσιο της στήθος όπως αυτό προέβαλλε μέσα από το ντεκολτέ της, έτσι που είχε σκύψει. Ενστικτωδώς κοίταξα αλλού. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως φοβήθηκα μήπως τσακώσει τη διεισδυτική ματιά μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα, κοιτάζοντας προς τα δεξιά, στο παράθυρο, κάνοντας δήθεν, πως ήθελα να δω τι καιρό έκανε έξω.

«Δείτε κι αυτά» μου είπε κοφτά, σχεδόν επιτακτικά, θέλοντας να με αναγκάσει να κοιτάξω στην κατεύθυνση που η κάθε ματιά θα έκανε την καρδιά μου να κτυπά έντονα. Και γω, ο άμοιρος, τι να της έλεγα; Αν έλεγα «ναι, τα βλέπω», δεν θα αναφερόμουν φυσικά στα έγγραφα, αλλά στα κάλλη της. Ήδη, η αναπνοή μου είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο άρρυθμη.

Έκανα να γυρίσω το κεφάλι μου προς το μέρος της, και είπα στον εαυτό μου σε μια προσπάθεια να εμφανιστώ επαγγελματίας, «ελπίζω να μη δω πάλι το στήθος της να ξεπροβάλλει γιατί δεν θα το αντέξω». Έκλεισα τα μάτια μου για ένα δευτερόλεπτο, πήρα μια βαθιά ανάσα. Όταν όμως τα ξανάνοιξα, λίγο έλειψε να πάθω καρδιακό επεισόδιο. Η κυρία εκπρόσωπος καθόταν απέναντί μου, κρατώντας τα στοιχεία που μου είχε προτείνει να δω, στην ίδια στάση όπως καθότανε και προηγουμένως, όπως την είχανε δει δηλαδή τα μάτια μου μόλις πριν τα κλείσω για μια στιγμή, μόνο που η άσπρη της μπλούζα είχε χαθεί. Σαν να την είχε εξαφανίσει ένα χέρι μαγικό. Κι αυτή, ακόμα καθόταν εκεί ατάραχη, έχοντας στο προτεταμένο της χέρι ένα φάκελο με χαρτιά.

Αισθάνθηκα πως μ' είχε κλοτσήσει άλογο. Δεν πίστευα το τι έβλεπαν τα μάτια μου. Καθόμουν στο γραφείο μιας γυναίκας, που μόλις είχα γνωρίσει, κι αυτή καθόταν απέναντι μου φορώντας μια φούστα και το στηθόδεσμό της. Που προσπαθούσε μετά βίας να συγκρατήσει το πλούσιό της στήθος. Κι αυτή, εκεί ατάραχη. «Δεν είναι δυνατόν», είπα στον εαυτό μου και σκέφτηκα πως έπρεπε να ονειρευόμουν. «Ναι βρε παιδί μου», σκέφτηκα, «παραίσθηση είναι! Μετά από τόσες μπίρες χθες βράδυ... Αν ξανακλείσω και ξανανοίξω τα μάτια μου είμαι σίγουρος πως θα ξυπνήσω». Κι αμέσως, κλείνω για μια στιγμή και ξανανοίγω τα μάτια μου.

Και ιδού! Η γοητευτικότατη κυρία συνέχιζε να κάθεται ατάραχη, γερμένη ελαφρά προς το μέρος μου, όπως πριν, κρατώντας το φάκελο με τα στοιχεία που μου πρόσφερε, με τη διαφορά όμως, πως αντί να τη δω πια να φοράει ξανά τη λευκή της μπλούζα, τώρα δε φορούσε καν το στηθόδεσμό της. Και γω έμεινα εκεί σαν στήλη άλατος, θαυμάζοντας τα... βυζαντινά της μεγαλεία, που ξεπερνούσαν σε κάλλος ακόμα και τους πιο επιβλητικούς τρούλους της Αγιάς Σοφιάς.

«Μήπως δεν αισθάνεστε καλά;», με ρώτησε με ανυπόκριτο ύφος, ίσως και στοργικό ενδιαφέρον, έχοντας παρατηρήσει πως κάτι στην έκφρασή είχε αλλάξει. Τα μάτια μου, θα πρέπει να είχαν γουρλώσει εν τω μεταξύ. Και η ελεύθερη θέα προς το στήθος της έθεσε όλες μου τις αισθήσεις σε συναγερμό.

Ναι, πράγματι δεν αισθανόμουν όπως πριν, και σίγουρα δε θα ήταν δυνατό να το κρύψω, μιας και, όπως και να το κάνουμε, με είχε ξαφνιάσει το θέαμα που όμως δεν ονειρευόμουν, και γι αυτό ήμουν πια απολύτως βέβαιος. Η κυρία εκπρόσωπος απέναντί μου, καθόταν ένα μέτρο μπροστά από μένα ημίγυμνη και συμπεριφερόταν σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

«Μια χαρά αισθάνομαι», της απάντησα, χαμογελώντας. «Όμως, πρέπει να ομολογήσω, με ξαφνιάζει το ότι κάθεστε απέναντί μου ημίγυμνη», πρόσθεσα. Αυτή επέδειξε τη δυσπιστία της με ένα ειρωνικό μειδίαμα, που απεκάλυπτε και μια δυσφορία. Πήγε κάτι να πει, αλλά χωρίς να ταράξει το βλέμμα της από μένα που είχε γίνει προς στιγμή αυστηρό, αλλά και χωρίς να προλάβει να ανοίξει το στόμα της και να πει ο,τιδήποτε, το άλλο της χέρι ακούμπησε το πάνω μέρος του σώματός της.

«Αααααααά!», φώναξε έκπληκτη και τινάχτηκε προς τα πάνω σαν να την είχε τσιμπήσει αλογόμυγα. «Που είναι η μπλούζα μου;», με ρώτησε γεμάτη τρομαγμένη, κοιτάζοντας με και ψηλαφίζοντας ταυτόχρονα το κορμί της βιαστικά προς τα πάνω, διαπίστωσε επίσης ότι δε φορούσε στηθόδεσμο.

Είχε χλομιάσει απ’ τη συνειδητοποίηση της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, ότι δηλαδή, ένας άγνωστος επισκέπτης στο γραφείο της την έβλεπε γυμνή. Και η έκφρασή της όμως άλλαξε, και έγινε θυμωμένη. Κατακόκκινη, κόβοντάς μου και τον πληθυντικό, μου είπε κοφτά: «Δώσε μου πίσω το σουτιέν μου και τη μπλούζα μου»! Φάνηκε να θέλει να με ενθαρρύνει να ανταποκριθώ στο αίτημά της, απευθύνοντας σε μένα ένα κοσμητικό επίθετο, αλλά φάνηκε να μετανοιώνει τελευταία στιγμή. Μάλλον παλιάνθρωπο θα μ' έλεγε ή τσαρλατάνο, αν όχι κι ανώμαλο.

Την επιθυμία που ένιωθα τη στιγμή εκείνη -να θέλω να απλώσω τα χέρια και να αγγίξω μια γυναίκα που μ' έκανε να την ποθήσω την πρώτη στιγμή που την είδα και να την σφίξω πάνω μου με πάθος-, τη διαδέχθηκε ξαφνικά κάποιος φόβος που προκάλεσε η αντίδρασή της. Με κατηγορούσε για κάτι που δεν είχα κάνει. Παρ’ όλα, ταύτα, έψαξα τριγύρω, στο χαρτοφύλακά μου, κοίταξα κάτω από το τραπέζι, στο πάτωμα δίπλα απ' τα καθίσματα δεξιά κι αριστερά, αλλά δεν τα βρήκα.

«Δεν ξέρω αν αυτό είναι ένα αστείο κι αν έχεις οποιεσδήποτε άλλες προθέσεις, αλλά πρέπει να ξέρεις πως το έχεις παρατραβήξει», μου είπε με έντονο ύφος.

«Ξέρετε...», της είπα με ένα απολογητικό τρόπο, διαισθανόμενος την οργή της, «πρώτα - πρώτα, δεν ξέρω που είναι. Εγώ, πάντως, δεν τα έχω πάρει κι ούτε σας τα έχω αφαιρέσει». Περιμένοντας από μένα κι άλλες εξηγήσεις, παρέμεινε στέκοντας μπροστά μου κι έβαλε μια παλάμη στο κάθε ένα από τα μεγαλειώδη της στήθη που στόλιζαν δύο όμορφες ροδόχρωμες ρωγίτσες, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό, να τα καλύψει, αλλά μάταια. Τέτοια ήταν η μορφή τους. Εξέπεμπε ένα ερωτισμό που δε θυμάμαι να είχα γίνει ξανά στη ζωή μου αποδέκτης.

Ξαφνικά θυμήθηκα το τι μου είχε πει η γριά που με ξύπνησε το πρωί σαν έφευγε. Μου έβαλε την ευχή «να βλέπω αυτό που δεν ελπίζω αλλά θέλω». Τώρα κατάλαβα. Κλείνοντας τα μάτια μου, μπορούσα κυριολεκτικά να βγάλω από τα ρούχα της μια γυναίκα που αντίκριζα. Έτσι την έγδυνα μέχρι τη φούστα χωρίς αυτή να πάρει είδηση τι έκανα. «Λες να λειτουργεί και πάρα πέρα;», ήταν δεύτερη σκέψη που έκανα, γεμάτος περιέργεια.

Έτσι, ξανακλείνω τα μάτια μου για μια στιγμή και τα ξανανοίγω. Αν πετύχει, πέτυχε. Και να το! Παρά το ότι το ανέμενα, ξαφνιάστηκα πολύ όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου. Όπως στεκόταν προηγουμένως μπροστά μου πριν κλείσω τα μάτια μου, έτσι στεκόταν και τώρα, με τα δυο της χέρια να κρατούνε από ένα της βυζί, αλλά χωρίς τη φούστα της! Φορούσε μόνο ένα σκούρο διαφανές σλιπάκι, διακοσμημένο με λίγη δαντέλα κι απ' το ανάγλυφο του σώματός της κάτω απ' το διακοσμητικό καλσόν της. Το θέαμα αυτό με αναστάτωσε ακόμη περισσότερο. Κατάλαβε που είχα καρφώσει τα μάτια μου, και έριξε μια ματιά προς τα κάτω για να δει κι η ίδια, ακόμα πιο έντρομη αυτή τη φορά πως η ενδυμασία της, περιοριζόταν πλέον σε ένα εσώρουχο που το ελάχιστο πλάτος του μπροστινού του μέρους δεν ξεπερνούσε μερικά εκατοστά και ένα υποτυπώδες καλσόν!

Προς στιγμή, πήγαν να της πω το «μυστικό» μου αλλά μετάνιωσα. «Έτσι κι αλλιώς, κι αυτή έχει μυστικά από μένα», σκέφτηκα. Και στο κάτω - κάτω της γραφής, στη γριά, το εικοσάλιρο εγώ το 'χα δώσει. Και τώρα δοκίμαζα ένα νέο χάρισμα που απέκτησα, πληρώνοντας με μετρητά. Εξ άλλου, απαγορεύει κανένας νόμος το να κλείνω και να ανοίγω τα μάτια μου;

Η ίδια, έχοντας, συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, άλλαξε απότομα και πάλι το ύφος της. «Κοίτα να δεις», μου είπε. «Δεν ξέρω τι ακριβώς έχει συμβεί, αλλά πρέπει να ξέρεις πως κατά βάθος δεν με πολυενδιαφέρει και δεν με ντρέπομαι που είμαι γυμνή μπροστά σου», και κατέβασε τα χέρια της στη μέση, επιτρέποντάς μου ξανά την απρόσκοπτη θέα προς τα ζωηρά βυζιά της, γεγονός που μου επέτρεψε να διαπιστώσω ότι οι ρώγες της είχαν εν τω μεταξύ σκληρύνει.

«Στην παραλία είμαι πάντα τόπλες», συνέχισε να μου μιλά. «Αλλά με ανησυχεί ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να μπει κάποιος συνάδελφος μέσα στο γραφείο και να με δει έτσι όπως είμαι τώρα ντυμένη και γω δεν θα ξέρω τι θα μπορούσα να πω για να δικαιολογηθώ». Με τα λόγια της αυτά μου έδωσε να καταλάβω ότι πραγματικά βρισκόταν σε δύσκολη θέση.

Μη έχοντας τι άλλο να προτείνω, προθυμοποιήθηκα να τη βοηθήσω.

Από μηχανής θεός

«Έχω μια ιδέα», της είπα αμέσως. «Ακριβώς απέναντι από το κτίριο υπάρχει μια μπουτίκ. Την είδα όταν πάρκαρα. Θες να πεταχτώ να σου πάρω κάτι να φορέσεις;», τη ρώτησα.

Με κοίταξε γεμάτη δυσπιστία. Αλλά και απελπισία. Και για τούτο αμέσως μου είπε: «Πήγαινε να μου φέρεις κάτι πρόχειρο... κανένα τζιν και μια φανέλα... Απλώς να ‘ναι στο μέγεθός μου».

Την ρώτησα το μέγεθος της και μου το είπε. την ρώτησα επίσης τι σκόπευε να κάνει ενόσω θα έλειπα.

«Τι θα κάνω; Βόλτα σ’ αυτή την περιβολή μάλλον όχι. Εδώ θα μείνω και θα σε περιμένω. Θα κρυφτώ κάτω από την πίσω μεριά του γραφείου μου. Ελπίζω όμως να έλθει μέσα κανείς και να με δει έτσι» μου είπε και με έκανε να αισθανθώ πολύ τυχερός αλλά και προνομιούχος. Βγαίνοντας, της είπα πως θα επιστρέψω πολύ σύντομα και άνοιξα προσεκτικά την πόρτα του γραφείου της, μόλις βεβαιώθηκα ότι έσκυψε και κρύφτηκε.

Βγήκα στο διάδρομο, κατέβηκα βιαστικά από τη σκάλα στο ισόγειο, διασταύρωσα το δρόμο και έφτασα έξω από τη μπουτίκ «Viva la Diva!». Σάστισα λίγο όταν είδα τα φορέματα που ήταν εκτεθειμένα στη βιτρίνα, μιας και αντιλήφθηκα ότι δεν ήταν ρούχα καθημερινά, αλλά βραδινές τουαλέτες. Απευθύνονταν σε γυναίκες που είχαν γούστο και τα απαραίτητα λεφτά, ή ένα τουλάχιστον γενναιόδωρο άνδρα.

Μπήκα στο κατάστημα και κοίταξα δεξιά κι αριστερά μέχρι που μια γυναικεία φωνή από το βάθος μου είπε: «Παρακαλώ, μπορώ να σας βοηθήσω»;

Δεν ήξερα τι να απαντήσω, βλέποντας τι είδους ρούχα πουλούσε αυτό το μαγαζί. Βραδινές, ολόσωμες τουαλέτες, συνολάκια από φούστα, μπλούζα και ταγιέρ όπως με τα ασορτί καπελάκια, γάντια και τσάντες. «Να και πως ντύνεις μια ντίβα», είπα στον εαυτό μου. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να κάνω μεταβολή επί τόπου και να φύγω. Μια ματιά στις τιμές ήταν αρκετή για να με πιάνει ίλιγγος. Θυμήθηκα όμως ότι στο κτίριο απέναντι έφερα μια άγνωστη στην ουσία γυναίκα σε μια πολύ δύσκολη θέση. Το ταχύτερο δυνατό έπρεπε να κάνω ό,τι ήταν δυνατό για να μην εκτεθεί. Να μην εκτεθεί γυμνή στη θέα των συναδέλφων της και προπαντός επαγγελματικά. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήμουν σίγουρος για το κατά πόσον υπήρχε κάποια άλλη μπουτίκ στην περιοχή, άρα έπρεπε να πάρω από δω ό,τιδήποτε. Το συντομότερο δυνατό.

«Ναι» απάντησα απευθυνόμενος στην πωλήτρια που περίμενε απάντησή στην ερώτησή της για κάποια δευτερόλεπτα. Γύρισα και αντίκρισα μια γυναίκα γύρω στα 50. Περιποιημένη, καλοντυμένη, στολισμένη και βαμμένη. Έδειχνε υπόδειγμα ντίβας. Σαν μια σεξοβόμβα του Χόλυγουντ που ο χρόνος δεν καταφέρνει να την αγγίξει. Με κοίταζε γεμάτη δυσπιστία και απορία. Τύπους σαν κι εμένα, κοινούς θνητούς, φουκαράδες βιοπαλαιστές, μάλλον δεν θα ‘χε ποτέ την ευκαιρία να εξυπηρετήσει στο μαγαζί της.

«Θα ‘θελα κάτι πρόχειρο για δώρο, ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο», της είπα και αναφέρθηκα βιαστικά στις σωματικές διαστάσεις της εκπροσώπου Τύπου στο απέναντι κτίριο. Συνέχισε να με κοιτάζει με ένα ύφος που φανέρωνε πόσο αμήχανα ένιωθε που με είχε πελάτη. Όμως, κατάλαβα από το βλέμμα της τη γκάφα μου. Και για τούτο της εξήγησα ότι «εννοώ πως θα ‘θελα να πάρω κάτι που φοριέται εύκολα...».

«Εννοείτε, κάτι ελαφρύ;», καταδέχθηκε να με ρωτήσει.

«Ναι!», απάντησα αυθόρμητα, «κάτι ελαφρύ που να φοριέται εύκολα». Και πάλι, το βλέμμα της μου έδωσε να καταλάβω ότι η επιλογή του λεξιλογίου μου την έκανε εμφανώς να δυσφορεί. Ωστόσο, μου έδειξε με το χέρι της ένα μοντελάκι λέγοντας πως «αυτό το μοντελάκι είναι πολύ ελαφρύ και... φοριέται πολύ εύκολα. Είναι σχεδιασμένο από τον...». Πρόφερε το όνομα του γάλλου σχεδιαστή που εγώ όμως δεν κατάλαβα. Ακούστηκε όπως κάτι σαν «κρουασάν ντε ζαμπόν».

«Ωραία, θα το πάρω. Μπορείτε να μου το τυλίξετε;», ρώτησα χωρίς καν να καλοκοιτάξω τι προσπαθούσε να μου πλασάρει.

Αυτή όμως συνέχισε να μου δίνει πληροφορίες για το είδος του υφάσματος, το πως πρέπει να καθαρίζεται πως φοριέται, αλλά εγώ έβλεπα πως ο χρόνος κυλούσε και βιαζόμουν να πάω απέναντι στο γραφείο μη βρει κανένα μπελά η κοπελιά. «Κυρία, πέστε μου απλώς πόσο κάνει!» της είπα κοφτά.

Είδε πως ξεροκατάπια όταν μου είπε την τιμή. Αλλά κατάφερα να κρύψω την ταραχή που μου προκαλούσε η συνειδητοποίηση της λεηλασίας που επρόκειτο να υποστεί ο τραπεζικός μου λογαριασμός. Έβγαλα την πιστωτική μου κάρτα, και αυτή ενώ μου τύλιγε το μοντελάκι συνέχισε να μου λέει, αδιαφορώντας για το ότι δεν έκρυβα πως καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα, ότι δεν γίνονται επιστροφές, πως συνηθίζεται τέτοια ρούχα να προβάρονται πριν αγοραστούν από τις γυναίκες που θα τα φορέσουν αλλά και πως η επιλογή μου φανερώνει πως έχω εκλεκτό γούστο. Δεν έδινα σημασία.

Η λύτρωση

Τελικά, πλήρωσα και βγήκα έξω βιαστικά. Διέσχισα το δρόμο και μπήκα στο κτίριο όπου με στο γραφείο όπου με περίμενε η πιο ελκυστική γυναίκα που αντίκρισα ποτέ γυμνή στη ζωή μου. Περπάτησα όλο το διάδρομο μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνας. Κτύπησα την πόρτα του γραφείου αλλά δεν πήρα καμιά απάντηση. «Σιγά μην πει κι ‘εμπρός, περάστε’» σκέφτηκα, κι άνοιξα την πόρτα, μπήκα μέσα, και μόλις την έκλεισα, ανήγγειλα την παρουσία μου. «Εντάξει ήρθα πίσω και έφερα κάτι για να φορέσετε», είπα. Άκουσα ένα θόρυβο κάτω από το γραφείο της, εκεί που είχε κρυφτεί περιμένοντάς με πιθανότατα για συνολικά ένα δεκάλεπτο. Βγήκε έξω, ανήσυχη, αλλά η γύμνια της και το ανακατωμένο της μαλλί, της προσέδιδαν μια αγριάδα. Οι διαθέσεις της όμως απέναντί μου φαίνεται πως είχαν αλλάξει και έγιναν πιο φιλικές. Σοκαρισμένη ακόμα, μη έχοντας πιθανότατα οποιαδήποτε δυνατότητα να εξηγήσει το τι της είχε συμβεί, μάλλον θα είχε καταλάβει ότι η μόνη διέξοδος που της προσφερόταν ήταν να αποδεχτεί την προσφορά μου.

Έτσι, της έδωσα την τσάντα με το μοντελάκι που αγόρασα. Ο ίδιος δεν θυμόμουν καν τι ήταν. Θυμάμαι όμως ότι ήταν κάτι ολόλευκο. Αυτή άνοιξε τη τσάντα, άπλωσε μέσα τα χέρια της και έβγαλε έξω βιαστικά τα ρούχα που της πήρα. Μάλλον ξαφνιάστηκε όταν είδε τι είχα αγοράσει, μιας και άφησε να βγει από το στόμα της ένα ακατάληπτο σχόλιο. Ένα - ένα, τοποθετούσε ξεχωριστά το κάθε ρούχο από το συνολάκι που της είχα πάρει πάνω στο γραφείο της. Τότε είδα και γω για πρώτη φορά ότι το αποτελούσαν ένα τανκ κουμπωτό από μπροστά που έδειχνε πως θα ξεκινούσε από λίγο πιο πάνω από τον ομφαλό της και θα έφτανε λίγο πιο πάνω από το στήθος της, μια άσπρη διαφανή μπλούζα που φοριόταν από πάνω και ένα παντελόνι. Έσκυψε, επιτρέποντάς μου μια ματιά στο στήθος της και τα στρουμπουλά της οπίσθια και κάνοντάς με να πάρω μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε άρον άρον το παντελόνι και μετά πήγε να φορέσει το τανκ.

Θέλοντας να φανώ κάπως διακριτικός, γύρισα προς την άλλη πλευρά κάνοντας πως κοιτούσα την πόρτα, αλλά κάπου κάπου έριχνα και μια λοξή ματιά για να δω πως πήγαιναν τα πράγματα. Άκουγα τις κινήσεις που έκανε και σε μια φάση την ακούω να μου λέει «το τανκ είναι κάπως μικρό και δεν μου μπαίνει».

Γύρισα και είδα πως είχε κουμπώσει μόνο δυο κουμπιά: το κάτω κουμπί λίγο πάνω από τον ομφαλό της, όπως και το πιο ψηλό. Τα υπόλοιπα όμως παρέμεναν ανοικτά. Τα γυμνά της στήθη συνέχισαν να μαγνητίζουν το βλέμμα μου. Ο όγκος, η δύναμη και η μορφή τους, τα καθιστούσαν ατίθασα. Άγρια. Απείθαρχα στους νόμους της φυσικής. Το ύφασμα έδινε μάχη να συγκρατήσει την ορμή τους.
Με τα χέρια της προσπαθούσε να κουμπώσει τα κουμπιά ενώ την ίδια στιγμή πίεζε με τους αγκώνες της τα βυζιά της προς τα μέσα ώστε να χωρέσουν, γεγονός που περιόριζε την ελευθερία κινήσεων των χεριών της.

«Μπορώ να σας βοηθήσω;», της πρότεινα. «Όχι ευχαριστώ!» μου απάντησε απότομα και συνέχισε την προσπάθειά της χωρίς αποτέλεσμα. Ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι στον τοίχο, κατάλαβε πως ο χρόνος κυλούσε, γεγονός που την έκανε να ανησυχήσει περισσότερο.

«Κοιτάξτε, αφήστε με να κουμπώσω τα κουμπιά και σεις προσπαθήστε να συγκρατήσετε το στήθος σας», της ξαναπρότεινα προσπαθώντας να φανώ πως τα κίνητρά μου ήταν αλτρουιστικά. «Δεν το λέω έχοντας σκοπό να εκμεταλλευτώ την κατάσταση», πρόσθεσα.

Με κοίταξε με δυσπιστία. Αλλά η νέα ματιά στο ρολόι την έκανε να πειστεί πως έπρεπε να αποδεχτεί κι αυτή την προσφορά μου. «Ωραία, έλα και κούμπωσέ τα», μου είπε επιτακτικά και γύρισε προς τον τοίχο, αφού έβαλε πρώτα ένα χέρι σε κάθε της στήθος πιέζοντάς το. Την πλησίασα από πίσω και έβαλα τα χέρια μου γύρω από τον θώρακά της περνώντας τα κάτω από τις μασχάλες της. Τραβώντας τα κουμπάκια το ένα κοντά στο άλλο προσπάθησα να τα κουμπώσω. Ήμουν με το στήθος μου κολλημένος πάνω στην πλάτη της. Και η ανάσα μου βαριά, και το πρόσωπό μου πάνω από τον αριστερό της ώμο. Τα χέρια μου μερικά εκατοστά μακριά από τα πιο όμορφα βυζιά που είχα ποτέ αντικρίσει. Τρέμανε. Αλλά εγώ προσπαθούσα να κλείσω τα κουμπιά, μόνο που ήταν μάταιος κόπος. Εκείνη τη στιγμή, τα δάκτυλά μου δεν ήταν σε θέση να καταφέρουν την παραμικρή συντονισμένη κίνηση. Η θεά που είχα κυριολεκτικά αγκαλιάσει με τον τρόπο αυτό ένιωθε τη βαριά μου ανάσα να της χαϊδεύει το όμορφό της μαλλί, και να τη γαργαλάει στο αυτί. Ήξερε καλά τι μου συνέβαινε. Γύρισε το κεφάλι της σε μένα και λέγοντάς μου «τελικά, εσείς οι άνδρες είστε όλοι οι ίδιοι...».

Ένιωσα λίγη ντροπή και είμαι σίγουρος ότι θα είχα κοκκινίσει λίγο. Αυτή όμως δεν έπαψε να μου μιλάει. «...Για αυτό λοιπόν, φίλε, αν πραγματικά θες να με βοηθήσεις στο κούμπωμα», συνέχισε, «άσε με εμένα τουλάχιστον να αναλάβω τα κουμπιά. Εσύ», είπε πιάνοντας τα χέρια μου απαλά από τους καρπούς, «ανάλαβε καλύτερα το άλλο μέρος που σίγουρα θα ‘σαι πιο κατάλληλος». Λέγοντας αυτά, τοποθέτησε προς μεγάλη μου έκπληξη το κάθε μου χέρι πάνω στο κάθε της στήθος. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο μου το κορμί. Και όλες μου οι αισθήσεις, πλην της αφής και της οσμής, έπαψαν να λειτουργούν. Αναπνέοντας το άρωμά της ανάμεικτο με τη δροσεράδα της φυσικής οσμής του κορμιού της όπως ανέβλυζε από το ακάλυπτο δέρμα του προσώπου και των ώμων της, έχοντας στις παλάμες μου ένα στήθος που με έκανε μέσα σε λίγα λεπτά τόσες φορές να πάρω βαθιά αναπνοή, κρατώντας μέσα στα χέρια μου μια γυναίκα που από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα ένιωσα να με μαγεύει, τότε αισθάνθηκα πόσο πολύ είχε μεγαλώσει ο πόθος μου για αυτή τη γυναίκα. Ποιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή, δεν μπορώ να πω. Ίσως να μην ήταν καν σκέψεις, αλλά παθιασμένα όνειρα ανάμεικτα με επιθυμίες.

«Αυτό ήταν», την άκουσα να λέει, μόλις κούμπωσε το τελευταίο κουμπί του τανκ. Εγώ δεν κινήθηκα. Ήμουν σε μια κατάσταση πλήρους μακαριότητας. Γύρισε το κεφάλι της προς εμένα, και την άκουσα να βγάζει ένα αναστεναγμό. Τη στιγμή εκείνη κατάλαβα πως τα χέρια μου είχαν ήδη ξεκινήσει να της χαϊδεύουν το στήθος. Με τις παλάμες μου αισθανόμουν πόσο ευαίσθητες ήταν οι ρώγες της. «Νομίζω τελειώσαμε», είπε ακόμη μια φορά με τρόπο που με έκανε να συνέλθω.

Απρόθυμα, τράβηξα τα χέρια μου προς το μέρος μου, κι αυτή γύρισε και πιάνοντας τη διαφανή μπλούζα που της είχα πάρει. Φαινόταν η γυμνή κοιλιά της, το ανάγλυφο του στήθους της που συγκρατούσε το τανκ που φορούσε το οποίο κοσμούσαν οι δύο της ρώγες που ακόμη παρέμεναν όρθιες. Μόλις τη φόρεσε, και γω την ξαναείδα για πρώτη φορά πια κανονικά ντυμένη, με ήρεμο τρόπο μου άρχισε να μου μιλά με ύφος σοβαρό και επαγγελματικό. Ταυτόχρονα, έφτιαχνε και τα μαλλιά της κοιτάζοντας μέσα σε ένα καθρεφτάκι που έβγαλε από την τσάντα της.

«Λοιπόν, σήμερα έχω πολλή δουλειά και έχω ήδη καθυστερήσει πάρα πολύ. Χάρηκα πολύ που γνωριστήκαμε».

«Παρομοίως», της απάντησα.

«Πάντως, για άνδρας, έχεις πολύ καλό γούστο στην επιλογή ρούχων», μου είπε χαμογελώντας κάπως παρηγορητικά την ώρα που κάθισε στο γραφείο της αναζητώντας έγγραφα στους φακέλους και στα συρτάρια της.

«Ευχαριστώ», μόλις κατάφερα να προφέρω και έκανα να βγω από την πόρτα λέγοντας «αντίο» στην εργαζόμενη ντίβα. Ένιωσα μια τέτοια απογοήτευση που θα αποχωριζόμουν μια γυναίκα που όμοιά της δεν έτυχε να γνωρίσω ποτέ, αλλά και ενοχές για το τόσο άγαρμπα την εκμεταλλεύθηκα σαν αντικείμενο των ηδονοβλεπτικών μου ορέξεων, έστω κι αν σε κάποιο βαθμό όλα αυτά έγιναν χωρίς τη θέλησή μου, αλλά με τη βοήθεια της Τσιγγάνας.

Περπάτησα με σκυμμένο το κεφάλι στο διάδρομο, ψάχνοντας την πόρτα για τις σκάλες. Σαν άρχισα να κατεβαίνω, άκουσα να μια φωνή να μου φωνάζει.

«Περίμενε, μισό λεπτό!». Γύρισα και την είδα να τρέχει προς το μέρος μου, να μου πιέζει ένα διπλωμένο χαρτί στο χέρι και να μου δίνει κλεφτά ένα φιλί στα χείλη. «Πάρε με απόψε στις 7 τηλέφωνο», και γύρισε τρέχοντας στο γραφείο της.

30% (2/6)
 
Categories: Sex HumorVoyeur
Posted by tellis
3 years ago    Views: 131
Comments
Reply for:
Reply text
Please login or register to post comments.
No comments